Ένθεν Του Θανάτου (Κόκκινο Βαθύ)

Περιεχόμενα (τα ποιήματα παρουσιάζονται με αλφαβητική σειρά):

* Αντί Προλόγου (Παρακμή I και II)
* (Παρακμή III)
* Αδιέξοδο
* Αλλού...
* Ανάμνησις
* Αναστροφή
* Άνθος Και Δροσιά...
* Απόκλισις
* Άποψη Για Τη Ζωή
* Αυτές Οι Λέξεις Αρχίζουν Από Α
* Δεν Είδες...
* Δικαίωσις
* Είμαι Εδώ...
* Έλεγος
* Επίδοξοι Κένταυροι Ή Ο Σύντομος Καλπασμός Των Ονείρων
* Εσωτερικά
* Ευγενής Φιλοδοξία (Ωστόσο Αιμόφυρτη)
* Ζωηρά Αντίθεσις
* Ζωηρά Αντίθεσις (II)
* Η Θλίψη Των Ωρών
* Η Κρύπτη
* Ήλιοι Χλωμοί
* Ήττα
* Θάνατοι
* Ιχνηλασία Θανάσιμη
* Κι Αν Είχε Πάψει Να Ελπίζει...
* (Κι Αν Μόν' Ο Πόνος...)
* Κόκκινο Βαθύ
* Λήθη
* Μάνα
* Μάνα (II)
* Μέρες...
* Μέρες... (II)
* Μέσα Μου...
* Μοναξιά
* Ο Ποιητής Που Υφαίνει
* Ο Χορός Των Δαιμονισμένων
* Όλα Πλέον...
* Πάντα Σ' Εμάς...
* Παραίτησις
* Παρομοίωσις
* Παρομοίωσις (II)
* Πραγματικότητα
* Πτωτική Πτήση
* Σημαδεύοντας...
* Σιωπή
* Στη Δίνη Του Χρόνου
* Στη Δίνη του Χρόνου (II)
* Στροφές
* Συνάντηση Με Τη Μούσα
* Συνέπεια
* Τα Όπλα
* Τα Ψαλίδια
* Τη Μοίρα Του Ήλιου Θα Την Πούμε Εμείς
* Το Απόλυτο Μηδέν
* Το Θάνατο Απόψε...
* Ως Ενδεχόμενο
* J. B. Hutto
* John Lee Hooker
* Muddy Waters
* Σαν Επίλογος (Θέλω Να Φύγω)

Αντί Προλόγου (Παρακμή I και II)

Ι


Η παρακμή έχει απλώσει τα δίχτυα της και τώρα τα μαζεύει σιγά σιγά. Ο εκφυλισμός των πάντων υφίσταται ήδη. Οι λέξεις «Ιδανικά» και «Αξίες» μόνο στα λεξικά μπορούν να αναζητηθούν ως έννοιες ακαδημαϊκές. Η καθημερινότητα χτυπά αδίστακτα. Η έλλειψη πνευματικής υγείας και ποιότητας ζωής ίσως είναι το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό σήμερα. Μια εντελώς νοσηρή κατάσταση που παρουσιάζεται με διάρκεια και που διογκώνεται υπερβολικά καθώς συναινεί σ' αυτό η - χρόνια πλέον - οξυμένη πολιτική σήψη.

ΙΙ


Στην εποχή μας, τα πάντα τρέχουν με ασύλληπτη ταχύτητα. Άλλωστε, αυτό αποτελεί κοινωνική επιταγή. Ο ανταγωνισμός έχει θέσει ήδη τους στόχους του. Οι άνθρωποι να σκέφτονται σα μηχανές κι οι μηχανές σαν άνθρωποι. Η αποθέωση του ανθρώπινου προορισμού! Δεν οφείλουμε παρά μόνο υποταγή σ' αυτό το θηλυκό επιβήτορα που γεννά παιδιά με οθόνες υπολογιστών αντί μάτια και με πληκτρολόγιο αντί συναισθήματα. Αυτή η γεννιά των τερατογεννέσεων είναι που πρόκειται να επικρατήσει. Άτομα «ελάσσονας» απόδοσης δεν έχουν καμιά θέση σ' αυτόν τον κόσμο «της προόδου». Κρίνεται σκόπιμο λοιπόν να εκλείψουν.

Δεν έχω προσβάσεις σ' ένα τέτοιο κόσμο. Μου είναι αδύνατο να ακολουθήσω ένα τόσο εξουθενωτικό ρυθμό. Πριν κατέβει η αυλαία, αποφάσισα να αφήσω έκθετη την παράσταση και να αποχωρήσω απ' αυτό το θέατρο του παραλόγου. Ας πάρει κάποιος άλλος τη θέση μου και το ρόλο μου...

 

Δεκέμβρης 1988

(Παρακμή III)

ΙΙΙ


Βλέπω τους ανθρώπους να παίρνουν φόρα, να τρέχουν και να πέφτουν μέσα στη λάσπη. Το να προσπαθήσεις να τους αποτρέψεις, η απλώς, να τους πεις να μην το κάνουν, είναι σα να τους απειλείς την ίδια τους τη ζωή!

Άλλοτε πάλι κάνουν άλλο, λίγο διαφορετικό. Σπρώχνει ο ένας τον άλλο να πέσει μέσα κι ύστερα τον περιμένει ανυπόμονα να βγει για να τον σπρώξει να πέσει κι ο ίδιος στη λάσπη. Αφού μείνουν για πολλή ώρα μέσα στο «φυσικό τους περιβάλλον», στο τέλος βγαίνουν όλοι μαζί έξω και με μικρά πηδηματάκια χαίρονται τον ήλιο, τη φύση, τη ζωή. Κινήσεις αέναες, αναλλοίωτες, μα πάντα, πάντα ταυτισμένες με την ίδια τους την ύπαρξη.

Τους εμπνέουν τα μεγάλα θέματα. Μοχθούν πώς να εξυψώσουν κάθε τι συμβατικό απ' την καθημερινότητα και να εξαλείψουν κάθε μορφής διέξοδο κι ανάταση προς την ποιότητα. Συνειδητά ρηχοί, μένουν στην επιφάνεια που τους προσφέρει το αποτέλεσμα, κι εντυπωσιάζουν με την ανικανότητά τους, κυρίως την αδιαφορία τους, να προσεγγίσουν την αιτία.

Τους αρέσει να τραγουδούν. Και ν' αλλάζουν τραγούδια. Κάθε φορά κι άλλο τραγούδι, άλλο τραγούδι, τα λόγια μόνο αλλάζουν, μα το τραγούδι ακούγεται πάντα φτηνό... φτηνό, ασήμαντο κι απαίσιο, με όλη την απέχθεια και την αηδία που μπορεί να αντληθεί απ' το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων αυτών.

Για να συννενοηθώ μαζί τους θα πρέπει να ταπεινώσω την ύπαρξή μου όπως κι αν εκφράζεται αυτή. Για να συννενοηθώ μαζί τους θα πρέπει πρώτα να μιλήσω στη δική τους γλώσσα, θα πρέπει πρώτα να βελάσω!... συμπεριφορά απ' την οποία με χωρίζουν χιλιομετρικές αποστάσεις. Καθώς λοιπόν μου είναι αδύνατο να ταιριάξω μαζί τους, αλλά και να κάνω οτιδήποτε άλλο, ρίχνω διαρκώς τα φύλλα μου, αντιμετωπίζοντας τη χλεύη του εαυτού μου!...

 

Δεκέμβρης 1988

Αδιέξοδο

Όλα τα πράγματα γύρω μου θέλουν το θάνατό μου.
Κάθε τόσο ξύνουν τις πληγές μου και αιμοραγώ.
Σαν σε κηδεία βαδίζω, μένω πίσω και αργώ.
Ξεμακραίνω, κι ολοένα κλίνω στο χαμό μου.
Όλα τα πράγματα γύρω μου θέλουν το θάνατό μου.

Όλα υπάρχουν γύρω μου μόνο για να με πληγώνουν.
Αυτά που δε θέλω, αυτά μου εμφανίζονται μπροστά.
Τίποτα δε μένει ακέραιο να προχωρήσει σωστά.
Κι οι σκέψεις στο μυαλό μου εκτροχιάζονται, ματώνουν.
Όλα υπάρχουν γύρω μου μόνο για να με πληγώνουν.

Διαρκώς διαιρούμαι σ' απειροελάχιστα κομμάτια.
Μακριά απ' τη Χαρά (βασίλειο χαμένο που αναζητώ),
βρίσκομαι σε κατάσταση αποσύνθεσης, ακροβατώ.
Κι όσο κι αν το κρύβω, το λένε μου τα μάτια.
Διαρκώς διαιρούμαι σ' απειροελάχιστα κομμάτια.

Και δε θα ήταν φρόνιμο να ξεφύγω απ' το πλαίσιο.
Τα ίδια πάντα αμήχανα βήματα, μπρος και πίσω.
Το τέλος που θα έρθει, το θρήνο για να σταματήσω,
δε θα διαφέρει απ' το καθημερινό, το απαίσιο.
Δε θα ήταν φρόνιμο λοιπόν να ξεφύγω απ' το πλαίσιο.

Απόκαμα, έτσι, ανεμοδαρμένος, μόνος.
Η πορεία μου μέσα στη ζωή δεν έχει εμένα οδηγό.
Σαν άθλιο υποζύγιο σφιχτά δεμένο στο ζυγό,
με σέρνουν πολλοί, «οι άλλοι», ο Ήλιος, ο Χρόνος.
Απόκαμα, έτσι, ανεμοδαρμένος, μόνος.

Ένα πικρό συναίσθημα μόνο διαχέεται και μένει.
Σε σωρούς έχω μαζέψει της ψυχής μου τα συντρίμια.
Τροφή που έρχονται και τρώνε πεινασμένα τα «αγρίμια».
Τι φριχτό θέαμα οι σωροί μου καταφαγωμένοι.
Μόνο ένα συναίσθημα πικρό διαχέεται και μένει.

 

Ιούλης 1989

Αλλού...

Θ' αποσύρω τα ίχνη μου απ' αυτή τη γη
πλέον να μη μου τα στιγματίζει.
Θα βρω τρόπο να βαδίζω κάπου αλλού.
Εγώ ακούω ουρανοφωνές
και είμαι φεγγαρομιλημένος.
Δέντρα καθώς χάνουνε τα φύλλα τους
μ' απλώνουν τα κλαδιά τους
κι ήλιοι πικροί στη δύση τους μου γνέφουν.
Σύννεφα μου στέλνουν το δάκρυ τους βροχή
κι άστρα στο παράθυρό μου κατεβαίνουν
και μου θαμπώνουν με τη θλίψη τους το τζάμι.

Όντας σύμβολο και έννοια,
με σάρκα με έντυσαν για να δείχνω ορατός.
Σώμα μού δόθηκε
για να υπάρχω και να πορεύομαι. Άνυδρο σώμα.
Φέρω το βάρος του υλικού εαυτού μου
και κλυδωνίζομαι. Δε θέλω η ύλη να μ' έχει.
Την αποποιούμαι σα νόημα κι όνομα.
Εγώ ακούω ουρανοφωνές
και είμαι φεγγαρομιλημένος.

 

Οκτώβρης 1993

Ανάμνησις

Μικροί, μαζευόμαστε τ' αγόρια
στου χωριού την απάνεμη ακτή.
Ρίχναμε στη θάλασσα βαπόρια
που φτιάχναμε από λευκό χαρτί.
Μικροί, μαζευόμαστε τ' αγόρια...

Πόσα τα παιχνίδια μας στην άμμο
κι άπειρο το γαλάζιο τ' ουρανού.
Το βράδυ έπεφτ' ο ήλιος χάμω
κι αυτό μας αιχμαλώτιζε το νου.
Πόσα τα παιχνίδια μας στην άμμο...

Ήταν καλοκαίρι και το κύμα
έκρυβε τη γαλήνη της σιωπής.
Κι η χαρά μας κρέμονταν στο νήμα
μιας ουρανοδρόμου αναλαμπής.
Ήταν καλοκαίρι και το κύμα...

Μα πάντα μας άρεσε η δύση.
Ήταν μια ευτυχισμένη ώρα
που ερχόταν για να μας κερδίσει.
Η Δύση που μας κέρδισε τώρα!
Μα πάντα μας άρεσε η δύση...

 

Οκτώβρης 1992

Αναστροφή

Έφυγες κι ότι είχα μου το πήρες
που τίποτα δεν είχα.
Μα κι αν δεν έφυγες, θα φύγεις.
Εσύ, που ακόμα δε σε γνώρισα.
Εγώ, που δεν υπάρχω.

 

Απρίλης 1992

Άνθος Και Δροσιά...

Χανόμαστε, δεν υπάρχουν ίχνη ζωής εδώ.

Χανόμαστε, όλο φεύγουμε, χωρίς ακόμα
να 'χουμε κάνει το άνθος - τραγούδι μας γνωστό.
Τώρα πια απελπισμένοι θάβουμε στο χώμα
το στίχο μας τον πιο μεστό.

Κι είχαμε σα δροσιά το τραγούδι μας στο στόμα.
Μα απέναντί μας το φως του πνεύματος σβηστό.
Το κάθε πρόσωπο απρόθυμο, δίχως χρώμα,
ένα παράθυρο κλειστό.

Χανόμαστε, δεν υπάρχουν ίχνη ζωής εδώ.

 

Νοέμβρης 1989

Απόκλισις

Έχουμε αποκλίνει τελείως,
απ' τα πάντα.
Απ' την πορεία μας,
απ' την ίδια τη Ζωή.
Έχουμε περιέλθει σ' ένα τέλμα.
Λιμνάζουν όλα μέσα μας.
Αυτό που μας χρειάζεται
είναι μια ολική επαναφορά.

Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό.
Πώς θα μπορούσε να γίνει...

 

Σεπτέμβρης 1991

Άποψη Για Τη Ζωή

Να υπάρχει γύρω μου σιωπή
να βυθίζομαι μέσα στη σιωπή

να διαβάζω όλο ποιήματα
να γεμίζω από ποιήματα

και να περνάνε οι ώρες...
και να περνάνε τα χρόνια...

 

Φλεβάρης 1994

Αυτές Οι Λέξεις Αρχίζουν Από Α

Βάδισες σε μέρη
που επικρατούσε η άπνοια της αδιαφορίας,
έτρεξες ανάμεσα
στις γυαλισμένες λόγχες της αδικίας,
άκουσες το παράλογο ποδοβολητό των αλόγων
που τα κέντριζε η αηδία,
είδες τα λαμπρά οικοδομήματα κάθε αξίας
να μετατρέπονται σε ερείπια απ' τη νοσηρή αφέλεια,
έριξες τα βέλη σου
στο κέντρο του στόχου της αποτυχίας,
έμεινες μέσα
στα σκοτεινά κελιά της απομόνωσης,
ήπιες άπληστα
απ' τα λιμνάζοντα νερά της ανίας,
ταξίδεψες πάνω
απ' την αφρισμένη θάλασσα της απελπισίας...

Κι έζησες...

9.500 μέρες
είναι πάρα πολλές ώστε μπορείς να πεις
«Βαρέθηκα»
μα είναι πολύ λίγες για να πεις
«Δε θέλω να ζήσω άλλο».

 

Μάης 1992

Δεν Είδες...

Μου 'πες να ορμήσω σε πολύδεντρο δάσο.
Μα τα δέντρα ήταν ριζωμένα στο χώμα.
Μου 'πες τη Ζωή να προλάβω να μη χάσω.
Μα όλα τέλειωσαν πριν αρχίσουν ακόμα.

Μου 'πες να σκαρφαλώσω σ' ένα ψηλό βουνό.
Μα εγώ ανέβηκα κι ήμουν μόνος εκεί.
Μου 'πες για ένα χαμόγελο όταν πονώ.
Μα η όψη μου, χαμογελώντας, τραγική.

Μου 'πες να πιω της Τέχνης τ' αθάνατο νερό.
Μα στέρεψ' η διάθεση, μαζί κι η σκέψη.
Μου 'πες σε πανηγύρι, να πάω σε χορό.
Μα η καρδιά σχοινοβατεί, πώς να χορέψει.

Μου 'πες ότι θα 'ν' η κάθε μέρα μου γιορτή.
Μα είναι η γιορτή όπως η κάθε μέρα.
Μου 'πες της Ζωής θα βρω την πόρτα ανοιχτή.
Μα δεν είδες τη Θλίψη να 'ρχετ' από πέρα...

 

Απρίλης 1987

Δικαίωσις

Σε μια γωνιά η παλιά κιθάρα ξεχασμένη.
Ένα όνειρο που έμεινε χωρίς πια ήχο.
Πάνω στο γραφείο το λευκό χαρτί προσμένει
κάποιο στίχο.

Η φωτογραφία κάποιες άλλες νότες δίνει.
Ένα απόμακρο παρελθόν πάνω στο ράφι.
Τώρα κείνα τα παιδικά μάτια έχουν γίνει
δύο τάφοι!

Όλα τα ίδια, να άλλαξε τίποτα τάχα;
(το παράθυρο βλέπει πάντα στον ίδιο κήπο).
Η ζωή κυλά στο δικό της ρυθμό, μονάχα,
εγώ λείπω!

Πώς πέρασε - δίχως να το καταλάβω - ο καιρός!
Να δραπετεύσω! Ω, ποτέ μου δεν το μπόρεσα.
Μέσα σ' αυτήν την κάμαρα παρέμεινα μικρός
και χώρεσα!

 

Δεκέμβρης 1986

Είμαι Εδώ...

Άβουλη πλανιέται στο πρόσωπό μου η Χαρά.
Θα τη διώξω. Κι αυτή η ψευδαίσθηση να φύγει!
Ένα χέρι κραταιό, ανίκητο, με πνίγει
μέσα σε βρώμικα νερά.

Είμαι εδώ! Προσφέρομαι λεία στον καθένα.
Ναι αδελφέ μου, μπορείς κι εσύ να με κουρσέψεις
(μέσα μου όμως όλα, πληγές, όνειρα, σκέψεις,
θα τα φυλάξω κρυμμένα!).

 

Ιούνης 1988

Έλεγος

Ζωή, όσα τραγούδια κι αν μου είπες,
για χαρές, ακόμα και για λύπες,
εγώ θα συνθέσω ένα δικό μου,
ένα τραγούδι για το θάνατό μου.
Περιμένοντας το θάνατό μου.

Μια ολότελα πένθιμη μουσική.
Στίχοι δαρμένοι, σκόρπιοι εδώ κι εκεί.
Το αίμα μου θα 'ν' εξαίσια ρίμα.
Να ρέει μέσα στις στροφές σαν κύμα
και να σπάζει πάλι όπως το κύμα.

 

Νοέμβρης 1990

Επίδοξοι Κένταυροι Ή Ο Σύντομος Καλπασμός Των Ονείρων

«Θα παλέψουμε. Στη μάχη
θα προτάξουμε τα στήθη μας,
θα κονταροχτυπηθούμε σα γενναίοι ιππότες
και θα νικήσουμε.
Θα τρέξουμε με τ' άλογα - όνειρά μας
(ο καλπασμός θα είναι ξέφρενος)
ώσπου να γίνουμε ένα μαζί τους».

Αυτά είπαμε κάποτε.
Τότε που τ' άλογά μας ήταν ξεκούραστα
και μας περίμεναν.
Κι εμείς τα σελώσαμε και ιππεύσαμε.

Δεν πήγαμε μακριά...
Ξεπεζέψαμε νωρίς...

 

Μάρτης 1994

Εσωτερικά

Μες στο κεφάλι μου διεξάγεται ένας αγώνας
αυτοκινήτων ταχύτητας. Θορυβώδεις κινητήρες
κι αυτοκίνητα που μουγκρίζουν πάνω στην πίστα.
Ένταση κι ανταγωνισμός. Στο τέλος
θ' ανακοινωθούν τα ονόματα των νικητών.

Μες στο κεφάλι μου παίζει
μια ορχήστρα τυμπάνων. Καταπιεσμένοι τυμπανιστές
χτυπούν τα τύμπανα με λύσσα για να ξεσπάσουν.
Χωρίς παρτιτούρες, χωρίς αρμονία, απλώς,
πώς να παίζουν όλο και πιο δυνατά.

Κάποιος σκάβει διαρκώς
μες στο κεφάλι μου
(έχει προχωρήσει αρκετά μέχρι τώρα).
Επιτέλους, πέστε του να σταματήσει.
Τουλάχιστον, πέστε του να μου πάρει το κεφάλι!

 

1985

Ευγενής Φιλοδοξία (Ωστόσο Αιμόφυρτη)

Ξεκινήσαμε κάποτε
όλοι μαζί ως φιλόδοξοι - μάλλον νεαροί - ποιητές
ενώ το ξέραμε πως η απελπισία μάς ωθεί.
Πτώματα είμαστε
που η ανήμερη θάλασσα μας ξέβρασε
σε άλλη εποχή.
Δεν είμαστε παρά μόνο πτώματα.

Παρασυρθήκαμε.
Τα αφρισμένα κύματα μας χτύπαγαν με λύσσα
κι εμείς δεν είχαμε δυνάμεις για ν' αντισταθούμε.
Θάνατος υπάρχει
σ' ότι «οι άλλοι» να πουν, σ' ότι κι εμείς να πούμε,
σ' ότι κι εγώ να πω.
Δεν υπάρχει παρά μόνο θάνατος.

Θελήσαμε
κάτι δικό μας ν' αφήσουμε πίσω και να μείνει,
και τελικά μείναμε πίσω εμείς. Και τι ν' αφήναμε!
Όνειρα ήταν
που στηρίξαμε πάνω σ' αυτά όλη τη ζωή μας.
Λοιπόν δεν έπρεπε.
Δεν ήταν παρά μόνο όνειρα.

 

Απρίλης 1990

Ζωηρά Αντίθεσις

Ένα πουλάκι, ψάχνοντας τροφή, τη γη ραμφίζει
και πηδά ανάλαφρο, σαν εφήβου καρδιοχτύπι.
Πίσω στην πλάτη μου, κρυφά, ο Χρόνος ζωγραφίζει
ένα τοπίο κενό, δεν έχει χρώμα η Λύπη!

 

Ιούλης 1986

Ζωηρά Αντίθεσις (II)

Περασμένα μεσάνυχτα.
Έχω ξυπνήσει πριν από λίγο
κι έχω ανάψει φως στην κάμαρά μου.
Απ' το παράθυρο κοιτάζω έξω
στο σκοτεινό δρόμο τη λάμπα.
Με κοιτάζει κι εκείνη.

Είναι
το φως μέσα στο σκοτάδι.
Είμαι
το σκοτάδι μέσα στο φως.

 

Φλεβάρης 1988

Η Θλίψη Των Ωρών

Είναι πολύς καιρός που η κάθε μου Ώρα
με ζυγώνει απελπισμένη, μαυροφόρα.
Κι ο Χρόνος στην πλάτη μου όλες τις φορτώνει.
Πιο βαριές αυτές που 'ρχονται όταν νυχτώνει.

Ανήμπορες πλέον να μου προσφέρουν δώρα,
σαν κουρασμένα άλογα στην ανηφόρα
κι ο Χρόνος από πίσω να τα μαστιγώνει.
Έτσι θλιμμένες που τις βλέπω με πληγώνει.

 

Αύγουστος 1988

Η Κρύπτη

Και τι θα γίνουμε εμείς που δε ζήσαμε;
Λες κι η Ζωή είχε μια κρύπτη
και περάσαμε όλα τα χρόνια μας εκεί.

Πρέπει επιτέλους να βρούμε ένα τρόπο
και να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό
που βαραίνει την ψυχή μας.
Για να απαλλαγούμε
και να προχωρήσουμε μπροστά.
Να απαλλαγούμε, καθώς,
τα κρίσιμα ερωτήματα, όσο παραμένουν,

σκοτώνουν!

 

Μάης 1992

Ήλιοι Χλωμοί

Οι μέρες λευκές κι οι νύχτες αξημέρωτες.
Λείπουν οι στιγμές κι οι μεθυσμένοι έρωτες
πριν έρθουν ακόμα, έχουν ήδη φύγει
σαν αστέρια που το σκοτάδι τα τυλίγει.

Ότι λάμπει, αυτό είναι που δε διαρκεί.
Τα χέρια μου δένουν, αιώνια φυλακή.
Πρόσωπα που τίποτα δεν έχουν να μου πουν.
Πρόσωπα που καλύτερα θα 'ταν να σιωπούν.

Γυμνά τα δέντρα με τους πανάθλιους κορμούς.
Απ' τα κλαδιά τους μαζεύω τους ήλιους χλωμούς.
Βαδίζω, μα δεν αφήνω πίσω μου ίχνη.
Το δρόμο του Θανάτου ένα παιδί μού δείχνει.

Είκοσι χρόνια δίχως τίποτα δικό μου.
Με κόπο βγαίνει τώρα το χαμόγελό μου
(για να γελάσω πρέπει πρώτα να ματώσω).
Τέχνη γιατί να θλίβονται οι γιοί σου τόσο;

 

Οκτώβρης 1986

Ήττα

Αλήθεια, αυτή η νύχτα - κι η άλλη; - πώς θα περάσει;
Το αίμα έχει κι αυτό το χρώμα του. Κόκκινο βαθύ!
Ω, βλέπω πάλι εκείνο το τετραπίθαμο σπαθί
που θα με διαπεράσει.

Και θα φτάσει βαθιά ως το κόκκαλο και θα το σπάσει.
Η λάμα του από δίψα για αίμα έχει κυρτωθεί.
Κι όταν το φεγγάρι μπρος στ' ουρανού την πύλη θα σταθεί,
εγώ θα το έχω χάσει!

 

Δεκέμβρης 1987

Θάνατοι

- Το μάθατε; Το μάθατε;
  Κάποιος πέθανε σήμερα.
- Αλίμονο! Αλίμονο!
- Μήπως εγώ;
- Κι αν είμ' εγώ;
- Πολύ φοβάμαι
  πως εγώ έχω πεθάνει.
- Και τώρα τι θα κάνουμε,
  ποιος θα μας το πει;
- Εγώ!
- Και ποιος είσ' εσύ;

- Αυτός που 'χει πεθάνει!

 

Ιούνης 1986

Ιχνηλασία Θανάσιμη

Ιχνηλάτες αποπροσανατολισμένοι.
Μας γέννησ' ο Θάνατος κι η Ζωή μάς πεθαίνει.

Άρρωστο το βλέμμα του κάθε μας συντρόφου.
Πόσο μας κούρασε τ' ανέβασμα του λόφου.

Βαδίζουμε, βαδίζουμε όμως πού πάμε;
Πολλοί ξεκινήσαμε μα όλο σκορπάμε.

Μαχαίρι στην καρδιά μας ότι δε ζήσαμε.
Κι ότι ακόμα ζήσαμε. Αίμα; Φτύσαμε!

Μας αποκαρδιώνει η σκόνη απ' τα πλήθη.
Βαδίζουμε προς τη μεγάλη λήθη.

Μεστή η θλίψη ρέουσα, τοπία αλγεινά.
Κελεύσματα μας έρχονται για το πουθενά.

Βαδίζουμε σκιές προς την ανυπαρξία.
Η θλίψη μάς προσέδωσε ευελιξία.

Ο Θάνατος μας γέννησε, μας πεθαίν' η Ζωή.
Δεν υπάρχει γαλήνη. Ακούμε μόνο βοή.

Άρρωστο το βλέμμα του κάθε μας συντρόφου.
Φτάσαμε στη χώρα του ανεκκλήτου ζόφου!

 

Απρίλης 1994

Κι Αν Είχε Πάψει Να Ελπίζει...

Στη σκέψη του αναδύονταν συχνά τα περασμένα
όταν με τα παιδιά του σχολείου πήγαιν' εκδρομή.
Σε δάση πυκνά έτρεχε με τα χέρια απλωμένα
για να τον αντικόβουν των δέντρων οι κορμοί.
Μα πριν ξεχειλίσουν τα παιδικά του χρόνια από ορμή,
μπήκαν στη σειρά και χάθηκαν ένα ένα.
Είχε δει τα μάτια της μητέρας βουρκωμένα
κι αυτό στάθηκε αιτία μαζί και αφορμή.

Από τότε συμπαθούσε πολύ τις χλωμές εικόνες,
τους θλιμμένους στίχους, τα δάκρυα και τη σιωπή.
Το πρόσωπό του το σκίαζαν σύννεφα, χειμώνες.
Δεν άργησε το γεφύρι προς τον κόσμο να κοπεί.
Σε κάθε αγριοκαίρι, σε κάθε αστραπή,
λίμναζαν μέσα του της βροχής που πέφταν οι σταγόνες.
Είχε δει να ξεψυχούν οι ελπίδες του μόνες
και μετά το Θάνατο «να κοκκινίζει από ντροπή».

Κι αν είχε πάψει να ελπίζει
δεν ήταν παρά μόνο εικοσιδυό χρονώ.
Το βλέμμα του, μόνο, πετούσε και δίχως να γυρίζει,
έφευγε μαζί με τα άλλα πουλιά στον άπιαστο ουρανό.
Καθώς η Σήψη επικρατούσε ως κάτι φωτεινό,
ο Χρόνος, απλώς, τον παρακολουθούσε να σαπίζει.
Είχε νιώσει την απέραντη ύπαρξή του να γεμίζει
ένα άλλο τόσο απέραντο κενό...

 

Μάης 1988

(Κι Αν Μόν' Ο Πόνος...)

Κι αν μόν' ο πόνος έμεινε δικός μας
κι ότι θελήσαμε δε θα το βρούμε,
κι αν ερήμωσε το τοπίο μπρος μας,
στα βάθη της ερήμου προχωρούμε.

Κι αν έσβησε το φως στο παραθύρι
όπως η φλόγα που εξέπεμπε ο νους,
κι αν θάψαμε τους νεκρούς στο κοιμητήρι,
κηδεύουμε τώρα και τους ζωντανούς.

 

Απρίλης 1994

Κόκκινο Βαθύ

Αυτή η παλιά πληγή
να μην μπορεί να σταματήσει!
Μόνο που τώρα το αίμα
φαίνεται καθώς τρέχει,
τώρα το αίμα είναι ευδιάκριτο.
Η αποκάλυψη έγινε, αναπόφευκτο ήταν.
Τα χρονικά περιθώρια εξαντλήθηκαν,
όλες οι προφυλάξεις κατέρρευσαν,
κάθε μια απαρηγόρητη
που δε μπόρεσε να κρύψει την αλήθεια.

Ακατάπαυστα ρέει
απ' την πληγή τώρα το αίμα,
κάθε τόσο κι άλλο αίμα,
κι άλλο αίμα, και σε λίγο κι άλλο,
κι άλλο αίμα, ακόμα πιο πολύ.
Ακατάσχετο αίμα. Αίμα στο αίμα.
Όπου κι αν γυρίσει το μάτι
βλέπει το αίμα.
Παντού κόκκινο, ένα κόκκινο βαθύ.
Τ ο   α ί μ α   τ η ς   ψ υ χ ή ς !

 

Ιούνης 1990

Λήθη

Ζούμε ένθεν του Θανάτου, ξεχασμένοι
στα πίσω δωμάτια εγκαταλειμμένων σπιτιών
και δε μας αναζήτησε κανείς.

Μόνο η Λήθη, που είχε φωλιάσει εκεί μέσα,
μόνο αυτή μας αγάπησε. Τα χείλη μας,
το δικό της φιλί γνώρισαν μόνο
(το πλέον πικρό).

Κι έτσι ζούμε ακόμα,
ζούμε ακόμα, ξεχασμένοι.

Ένδακρεις όλοι.

 

Γενάρης 1994

Μάνα

Τον παλιό εκείνο αλησμόνητο καιρό,
κάθε που σ' έχανα, έψαχνα για να σε βρω.
Και τότε η φωνή σου ηχούσε καμπάνα.
Στο κάλεσμά σου σού αποκρινόμουν «Μάνα!».
Χαρούμενος μετά στα μάτια σε κοιτούσα
και κράταγα το χέρι σου και το φιλούσα.

Δεν είχα άλλον, εσύ ήσουν το εγώ μου.
Στα παιχνίδια μου σε όριζα αρχηγό μου.
Αρρώσταινα και μ' έπαιρνες στην αγκαλιά σου.
Τα δάκρυά μου έσταζαν στα μάγουλά σου.
Στο προσκεφάλι μου ξαγρυπνούσες με στοργή.
Ξυπνούσα κι ήσουν πάλι κοντά μου την αυγή...

 

1984

Μάνα (II)

Μέσα στα μάτια μου
είδα τα μάτια σου.
Μέσα στα μάτια σου

      είδα τη θλίψη...

 

1984

Μέρες...

Σαν άλογα που καλπάζουν οι μέρες περνάνε,
μας περνάνε και μένουμε πίσω,
μένουμε πίσω άπραγοι εμείς,
«πάει κι αυτή η μέρα, πέρασε» λέμε
κι αυτό δε σημαίνει ελαφρότητα
αλλά οδύνη.
Είναι η αγωνία που κορυφώνεται
και κρυσταλλώνεται.

Που πάμε; Οι μικροί θεοί
μας αρνήθηκαν κάπου να ξαποστάσουμε,
λες και μας έχουν κολάσει
σ' ένα ταξίδι από πτώση σε πτώση.
Κι η απορία που προβάλλει πιο τυραννική.
Αν βρεθεί κάποτε ένα φύλλο
(παιχνίδι του αέρα) και μας στηρίξει,
θα μπορέσουμε να κρατηθούμε πάνω του και να σωθούμε
ή τελικά είμαστε θύματα της αιώνιας πτώσης;

 

Απρίλης 1992

Μέρες... (II)

Σα να φεύγουν έρχονται οι μέρες...
Ποιος μας τις παίρνει;
Ποιος μας παίρνει και μας λιγοστεύει;
Απομείναμε δυο θρύψαλα - μάτια,
δυο όνειρα - οστά
και μια θέληση - σκιά για να συνεχίσουμε
(να συνεχίσουμε όμως για που;
Είμαστε τα τελευταία βήματα της θλίψης
πάνω σε δρόμους από στάχτη...
Δεμένοι με τον ομφάλιο λώρο
με το ιππήλατο όχημα της Ποίησης,
μόνο η Ποίηση μας θρέφει
κι η μυρωδιά απ' τη σκόνη των χαρτιών μας.
Φταίει που πλαστήκαμε από ευπαθή μαγιά)...

 

Δεκέμβρης 1992

Μέσα Μου...

Μέσα μου η φωνή
ηχεί του καημού.
Μελαγχολικά μού
μιλούν οι ουρανοί.

Βαμένη η φωνή
με αίμα του χαμού.
Ώρα του λυτρωμού
μα φθινοπωρινή.

Πώς με διαπερνά.
Κι ούτε πρόκειται να
φύγει, να μου λείψει.

Μέσα μου πνέει
και με εμπνέει
η θλίψη, η θλίψη!

 

Ιούλης 1987

Μοναξιά

Κόπωση, μόνο κόπωση, κι απελπισία,
απελπισία πολλή αποπνέουμε.
Σαν το Λαδικό, εκείνο το ερειπωμένο
κι εγκαταλειμμένο χωριό του νομού Ηλείας.

Βαρύ το τίμημα της μοναξιάς
και το πληρώνουμε.
Είμαστε μόνοι. Από καιρό (απο πάντα).
Μόνοι,
απομακρισμένοι επικίνδυνα
απ' το κοινό αίσθημα, απ' τον κοινό πόνο.
Μόνοι,
με το δικό μας πόνο.
Μόνοι,
χωρίς υπόσταση, επιβαρύνοντας απλώς
με την παρουσία μας το χώρο.
Μόνοι,
σαν το Λαδικό, εκείνο το ερειπωμένο
κι εγκαταλειμμένο χωριό του νομού Ηλείας.

 

Κρέστενα Ηλείας, Φλεβάρης 1992

Ο Ποιητής Που Υφαίνει

Στην Αλέκα Χ.

Ήλιε φύγε πια από πάνω μου, τη λάμψη σου φθονώ.
Να φεύγεις Άνοιξη κι εσύ, τα δάκρυα να περνάνε.
Κι αν πάλι κάποια στιγμή το δάκρυ μου κυλήσει, να 'ναι
το στερνό.

Να συντρίψω τα χαμόγελα τα προετοιμασμένα,
να αντιπαλέψω τη λύσσα «των άλλων», πόσο κακό!
Το άφθαρτο χέρι της Φθοράς δείχνει έναν τραγικό.
Εμένα!

Το θάνατό μου ψηλαφώ με τις άκρες των δαχτύλων.
Είναι θαμπός όπως όταν κοιτάμε μες από γυαλί.
Μα είναι τόσο καλός. Με το θρόισμα με προσκαλεί
των φύλλων!

Ω, Ποιητή κι εσύ την απομόνωσή σου υφαίνεις.
Λοιπόν τώρα πες μου ειλικρινά. Τα περίμενες
όσα συμβαίνουν γύρω σου; Πες μου τα περίμενες;
Σωπαίνεις!

 

Απρίλης 1988

Ο Χορός Των Δαιμονισμένων

Σαν τους κρεμασμένους που χορεύουν στον αέρα,
σέρνουμε το δικό μας χορό δαιμονισμένοι.
Στο τρελό πανηγύρι που μας έχουν καλέσει,
ο Θάνατος έβγαλε ποτήρια να κεράσει.

Ήπιαμε απ' την πλατύστομη κούπα της Χαράς,
όμως μας μέθυσε το μαύρο κρασί της Λύπης.
Ήπιαμε - κι άλλο να πιούμε - κι όλο τραγουδάμε
κι όλο χορεύουμε μέχρι που να ξοδευτούμε.

«Οι άλλοι» αποστρέφονται, δε μας πλησιάζουν.
Φρενήρης ο ρυθμός μας, ποιος να μας σταματήσει;
Εμείς όλο χορεύουμε. Σ' ανήλιαγα δάση,
σε μαραμένους κήπους, σ' ανεμόδαρτους αγρούς,

σε δρόμους άδειους και στενούς, σε υγρά τοπία,
σ' απόμερα ακρογιάλια με ερείπια πλοίων,
κάτω από γκρίζους, συννεφιασμένους ουρανούς,
όλο χορεύουμε μέχρι που να ξοδευτούμε.

 

Φλεβάρης 1993

Όλα Πλέον...

Είμαστε άτομα
όπου πάνω τους η φθορά βρίσκει το δρόμο της.
Τίποτα, δεν άλλαξε τίποτα.
Κάθε παράπονό μας κι ένα τεράστιο γιατί.
Εναντίον μας τοξεύουν χέρια
που μας είναι γνώριμα πολύ.
Κάθε προσπάθειά τους
κι από ιδιαίτερη επιμονή χαρακτηρίζεται.
Αν το θελήσουμε, μπορούμε να πετάξουμε.
Να πετάξουμε οριστικά.
Μες απ' τα βάθη του χρόνου - ορίζοντα
κάποια νεκρά πουλιά έρχονται στη σκέψη μας.

Απ' όλα, απ' όλα, απέχουμε, απέχουμε.
Μας έχει κουράσει, μας έχει κουράσει
η προσπάθεια, η προσπάθεια.
Τα χρόνια μας - τα χαμένα χρόνια μας
δε γυρίζουν πίσω, δε γυρίζουν πίσω.
Όταν κάποτε πετάξουμε, όταν κάποτε πετάξουμε
τότε είναι επιτέλους που θα 'χουμε φύγει,
τότε είναι επιτέλους που θα 'χουμε φύγει.

Βιώνοντας λάθος το σωστά
και σωστά το λάθος...
όλα πλέον έχουν γίνει μια αναμονή.
Μια αναμονή τόσο επώδυνη!

 

Οκτώβρης 1991

Πάντα Σ' Εμάς...

Πάντα σ' εμάς κόβεται πρώτα το νήμα.
Πάντα σ' εμάς κόβεται το νήμα πρώτα.
Απαράλλαχτη του πλοίου μας η ρότα
καθώς πάει με το θάνατο - καιρό πρίμα.


Πάντα σ' εμάς στήνουν πρώτα την αγχόνη.
Πάντα σ' εμάς στήνουν την αγχόνη πρώτα.
Αγωνιούμε, λουσμένοι στον ιδρώτα,
σ' ένα πλοίο που πάει δίχως τιμόνι.

Πάντα σ' εμάς ρίχνουν πρώτα την αυλαία.
Πάντα σ' εμάς ρίχνουν την αυλαία πρώτα.
Νυχτώνει, στο πλοίο σβησμένα τα φώτα.
Κατεβασμένη ακόμα κι η σημαία.

 

Απρίλης 1988

Παραίτησις

Τα χείλη σου έχουν λησμονήσει του γέλιου το σχήμα.
Το σχήμα μόνο; Και τον πλάνο για «τους άλλους» μορφασμό.
Σε δρόμο χωρίς επιστροφή, με αβέβαιο βήμα,
είναι σα να στέλνεις στο κάθε τι στερνό χαιρετισμό.

Η νύχτα σ' απομονώνει - εσύ κι η Νύχτα, το θύμα
κι ο θύτης - μακριά απ' «των άλλων» τον όποιο γιορτασμό.
Χωρίς τα στολίδια σου, γυμνό, χωρίς κανένα ντύμα,
μόνο με τον άτεχνο και πάντα θλιμμένο στοχασμό.

Ακρωτηριασμένες είναι όλες σου οι αισθήσεις
(για να βρεις τη διάθεση να μπορέσεις να μιλήσεις
πρέπει πρώτα να καταβάλλεις μεγάλη προσπάθεια).

Η αυτοπεποίθηση και σαν έννοια σού είναι ξένη
και σαν πραγματικότητα. Μέσα σου όλο πληθαίνει
το κενό, η απογοήτευση και η απάθεια!

 

Πειραιάς, Σεπτέμβρης 1987

Παρομοίωσις

Μοιάζω μ' εκείνο το μανιώδη πιανίστα
που έπαιζε ακατάπαυστα πιάνο
στο βυθό της θάλασσας.
Κι όταν κάποτε αποφάσισε να σταματήσει
και να σηκωθεί απ' το πιάνο, δοκίμασε
τη μεγαλύτερη έκπληξη στη ζωή του!
Τα δάχτυλά του

είχαν γίνει πλήκτρα

και δε μπορούσε να φύγει πια...

 

1985

Παρομοίωσις (II)

Ένα σπίτι με άδεια δωμάτια η ψυχή μου,
ένα σπίτι που το λεηλάτησαν
(σα να μην έχω τίποτα μέσα μου,
να μου τα έχουν πάρει όλα).

Προσπαθώντας να καταλάβω τι μου συμβαίνει,
μοιάζω με τον περαστικό
που μπαίνει στο άδειο σπίτι,
σ' ένα ένα τα δωμάτια,
ακούει μόνο τον αντίλαλο της φωνής του
και φεύγει γρήγορα γρήγορα
φοβισμένος
απ' την απόλυτη αυτή ερημιά.

 

Δεκέμβρης 1989

Πραγματικότητα

Κοιτάξαμε πίσω απ' την πραγματικότητα
κι είδαμε που έκρυβε
ένα άλλο νόημα - θέαμα.
Βδελυρά οράματα κι ελώδη χρώματα
να συνθέτουν τις εικόνες.
Έκπτωτη βασίλισσα την αλήθεια
να παρακολουθεί από μακριά τα πλήθη
να αλαλάζουν υπέρ της υποκρισίας.
Στο όνομα της νοσηρότητας
να θεσμοθετούνται βραβεία.
Εξαμβλώματα, αντί να παραδίδονται
στη χλεύη και στην πυρά,
να αναδεικνύονται
πάνω στα βάθρα των νικητών.
Ανεγκέφαλοι να στεφανώνουν
και να χειροκροτούν ανεγκέφαλους.
Μέσα σ' αυτή τη χλαλοή,
διάττοντες αστέρες, ασυντρόφευτοι,
τα μάτια μας,
φοβούνται πια για το μοιραίο ταξίδι.
Γιατί, πού να ελπίσουμε;
Αν είναι να ελπίσουμε σε κάτι,
αυτό θα πρέπει πλέον
να είναι ουρανόπεμπτο.

 

Νοέμβρης 1992

Πτωτική Πτήση

Χθες στην κάμαρά μου
μπήκαν πάλι τα πουλιά.
Κουρασμένο είδα το πέταγμά τους.
Τα φτερά τους τα βάρυν' η χαρά.
Κι όμως ένα πουλάκι
δεν ήταν όπως τ' άλλα.
Μόλις πέρασε τ' ανοιχτό παράθυρο
πήγε και κούρνιασε σε μια γωνιά.
Σα να περίμενε κάτι. Ή
σα να μην περίμενε τίποτα. Το λυπήθηκα.
Έσκυψα και το πήρα στα χέρια μου.
-«Γιατί με πήρες;» ξαφνιάστηκε εκείνο.
-«Σε είδα μοναχικό, θλιμμένο
και σκέφτηκα να σε παρηγορήσω...»
-«Αφού εσύ δε μπορείς» με διέκοψε.
-«Γιατί;» απόρησα χαμηλόφωνα.
-«Γιατί η ψυχή σου
είναι πιο θλιμμένη απ' τη δική μου» είπε

και πέταξε κι αυτό μαζί με τ' άλλα...

 

Μάης 1986

Σημαδεύοντας...

Θα τραγουδήσω κι απόψε.
Θα πω πάλι
εκείνο το άρρυθμο τραγούδι, το στενάχωρο,
καθώς τίποτα δεν μπορεί να προκύψει πλέον
να διακόψει αυτήν την αμείλικτη συνέχεια,
αυτήν τη θανάσιμη επανάληψη.

Πιέζει η μονοτονία ασφυκτικά
(και η ανία), απουσιάζει η προοπτική.
Μετά από μια Πέμπτη ακολουθεί μια Παρασκευή
και μετά ένα Σάββατο. Αδιάσπαστος κύκλος.
Όλη μου η ζωή πέρασε περιμένοντας κάθε φορά
να δω τη βραδινή ελληνική ταινία του Σαββάτου.
Μια ταινία που δεν είδα ποτέ.
Όλη μου η ζωή ένα βιβλίο με σελίδες λευκές.

Θα τραγουδήσω κι απόψε.
Απόψε που το φεγγάρι
φαντάζει σαν κάννη περιστρόφου

και σημαδεύει...

 

Μάρτης 1992

Σιωπή

Δε λιγά το χείλι
παρά να γευτεί το δάκρυ.
Σφίγγει ο πόνος
απ' άκρη σ' άκρη.

Ευάλωτη πάντα,
ραγίζ' η ψυχή.
Όπου κι αν στρέφω,
παντού η βροχή.

Στον κήπο μου τ' άνθη
όλα μαράθηκαν.
Τα όνειρά μου πουλιά,
πέταξαν, χάθηκαν.

Τριγύρω «οι άλλοι»
βελάζουν, πηδούν.
Τα μάτια μου βλέπουν
όσα δε θέλαν να δουν.

Δε λιγά το χείλι
μα και τι να πει.
Σκληρός ο Θάνατος
σαν τη Σιωπή.

 

Μάρτης 1986

Στη Δίνη Του Χρόνου

Βρισκόμαστε ακριβώς
στο κέντρο της δίνης του Θάνατου - Χρόνου.
Η περιδίνηση αυτή μας εξουθενώνει.
Παλεύουμε εγκλωβισμένοι.
Αποτυχαίνουμε,
γιατί είναι απέλπιδες οι προσπάθειές μας.

Να ονειρευτούμε; Τώρα πια;
Τι όνειρα να κάνουμε;
Πως να τα πραγματοποιήσουμε;
Που;
Δεν είναι καλύτερα πουθενά.
Είναι χειρότερα παντού.

Ήρθαμε με κάποια αποστολή. Να τραγουδήσουμε.
Δεν ήταν μεγαλόπνοο το τραγούδι μας
μα προορισμένο να μιλήσει στην ψυχή
και να αφυπνίσει την συνείδηση.
Δεν ακούστηκε ποτέ.
Το αντέκρουσε η εποχή μας.

Και δε θα υπάρξει άλλη εποχή
ούτε για μας, ούτε γι' αυτό.
Δεν θα υπάρξει άλλη εποχή,
δε θα υπάρξει άλλος τόπος.
Δεν είναι καλύτερα πουθενά.
Είναι χειρότερα παντού.

 

Γενάρης 1992

Στη Δίνη του Χρόνου (II)

Ο Χρόνος, να σε πάει στη Λύπη, τρέχει.
Και μόλις φτάσει, δε μετρά.
Ο Χρόνος, να σε πάει στη Χαρά, αργεί.
Και μόλις φτάσει, φεύγει.

Ο Χρόνος κρατά ένα μαστίγιο
(του το έχει δώσει η Ζωή).
-«Ζήσε...» σου λέει, «αλλιώς...»
και σε χτυπάει αμείλικτα.

(είναι αυτός ο αφόρητος πόνος στα πλευρά
που μ' εμποδίζει να τελειώσω το ποίημα)...

 

Φλεβάρης 1993

Στροφές

I. Επετειακό

Είκοσι χρόνια πέρασαν κι ακόμα κάτι λείπει.
Κι αν η Χαρά με ήθελε, με κέρδισε η Λύπη.
Ξένη η δρόσος της ζωής μα και των φιλημάτων
δεσμώτης καθώς σέρνομαι καθημερνών θανάτων.

 

Μάης 1986


II. Δεν Ηχεί

Κοντά μου δεν ηχεί το γέλιο καμιάς Αφροδίτης.
Της βροχής οι σταγόνες πένθιμες νότες με τυλίγουν.
Μου κλείνουν τις πόρτες της μιας φυλακής και μ' ανοίγουν
μιας άλλης, σαν ισοβίτης.

 

Οκτώβρης 1987


III. Η Χλεύη Του Ήλιου

Στου Ήλιου ποιος με καταδίκασε τη χλεύη
κι έπαψα πια να σιγοτραγουδώ;
Κι αν το φως του από παντού φτάνει ως εδώ,
την ψυχή μου δεν τη γαληνεύει...

 

Αύγουστος 1989


IV. Καίριο Πλήγμα

Η αρχή φέρνει γρήγορα το τέλος
και το τέλος φαίνεται απ' την αρχή.
Μες στη φαρέτρα έτοιμο το βέλος
για να χτυπήσει την ψυχή.

 

Σεπτέμβρης 1992


V. Αγαπημένη

Να 'χει την καλοσύνη μιας ρίμας,
την ομορφιά ενός πεντασύλλαβου,
θα της στρώσω ποιήματα κάτω να πατήσει
και θα την αγαπήσω σαν την Ποίηση...

 

Μάης 1994


VI. Ευθύνη

Τι άλλο να γράψουμε, κουράσαμε τις λέξεις.
Αναίτια; Ασφυκτιούν σε κάθε μας γραφτό.
Υπερβάλλαμε στις καθημερινές μας έξεις.
Θα 'ρθει μια μέρα να λογοδοτήσουμε γι' αυτό.

 

Ιούνης 1994

Συνάντηση Με Τη Μούσα

Ξεκίνησα με των λεμονανθών την ευωδιά
και την εξαγνισμένη καλοσύνη στην καρδιά.
Στο δρόμο μου καθώς βάδιζα κι αναζητούσα
όλα ήταν σιωπηλά, ασάλευτα και στείρα
μέχρι που απρόσμενα συνάντησα τη Μούσα.
Της Ποίησης έριξε στα πόδια μου τη λύρα,
αναριγώντας έσκυψα κάτω και την πήρα
κι ύστερα τη σήκωσα ψηλά και τη φιλούσα.

Τις χορδές της άγγιξα κι έπαιξα με τους ήχους.
Καθώς βρήκα τη μουσική, ταίριαξα και στίχους.
Κι η Μούσα ήρθε να σταθεί δίπλα μου αιθέρια.
Κι όμως κάτι αλλόκοτο είχε η μορφή της.
Τα δάχτυλά της άσαρκα, μοιάζαν νεκροκέρια.
Με κόπο έβγαινε απ' τα χείλη η φωνή της.
Να σιγοτραγουδήσω με πρόσταξε μαζί της
με μια θλίψη ανείπωτη, με μια θλίψη πλέρια.

Με μέθυσε η όψη της, έγινα δεσμώτης.
Ξάφνου στα χέρια της έκρυψε το πρόσωπό της
(δάκρυσα τη στιγμή που την είδα να το κάνει).
Αφρόντιστα τα  μαλλιά της, ανακετεμένα,
έδειχνε την αιώνια μάχη να τη χάνει,
πως όλα τέλειωσαν, πως ήταν πλέον χαμένα.
Τη λύρα της, μόνο, εμπιστεύτηκε σ' εμένα
λίγο πριν πάρει το δρόμο της για να πεθάνει!

 

Σεπτέμβρης 1986

Συνέπεια

Μείναμε πλέον μόνοι. Ήμαστε περισσότεροι
μα πολλοί βρήκαν τον τρόπο να φύγουν.
Άλλοι αλλαξοπίστησαν κι αυτομόλησαν, άλλοι είπαν
«ας αλλάξουμε πλέον το τραγούδι μας,
ας πούμε το τραγούδι των καιρών,
τούτο το θρηνοτράγουδο δε μας ωφέλησε ποτέ»,
όλοι όμως, όλοι είπαν
«δεν είναι ανάγκη να έχουν συνέπεια
οι πράξεις μας, πρέπει να δούμε τα πράγματα
απ' την άλλη τους πλευρά αν είναι να επιζήσουμε».

Κι έτσι έφυγαν. Και μείναμε λίγοι. Μονάχα εμείς.
Μόνο που εξακολουθούν κάποιοι από μας
να φεύγουν ακόμα. Λιγοστεύουμε διαρκώς.
Υπάρχουν φορές που κοιτάζουμε γύρω μας
κι αρκεί ένα απλό βλέμμα για να μετρηθούμε.
Υπάρχουν φορές που κοιτάζω γύρω μου και...

δε βλέπω κανένα...

 

Απρίλης 1989

Τα Όπλα

Πάλι αυτή η βασανιστική απορία!
Μα τι ήρθαμε να κάνουμε εμείς σ' αυτόν τον πόλεμο;
(γιατί για πόλεμο πρόκειται και το ξέραμε).
Είδαμε τον Άνεμο έφιππο στο άρμα του
να καλπάζει και να σπέρνει τον τρόμο παντού.
Είδαμε τον Ήλιο να φλέγεται απ' αυτό το ακόρεστο
πάθος του για εξόντωση.
Είδαμε το Χρόνο να στήνει επιμελώς τις παγίδες του
και να καθιστά αδιέξοδη την κάθε φυγή...
Είδαμε πολλά μα ήρθαμε απροετοίμαστοι,
δίχως όπλα...

Δε σκοπεύουμε να κερδίσουμε. Η επίθεση
είναι κάτι πέρα απ' τις δυνάμεις μας,
δεν τη διανοούμαστε καν. Η άμυνα,
να περισώσουμε ότι μπορούμε,
σ' αυτήν αναλώνεται κάθε προσπάθειά μας.
Άμυνα λοιπόν. Να αμυνθούμε.
Έστω κι άοπλοι, να αμυνθούμε
απένανι στην οχλοβοή, στην ανελέητη λεηλασία,
απέναντι σ' αυτόν τον πόλεμο
(γιατί για πόλεμο πρόκειται και το ξέραμε).

Κι ο πόλεμος προχωρεί. Κι έχουμε απώλειες. Απλώς,
μας έχουν κάνει πιο σκληρούς οι περιστάσεις.
Μας λείπουν τα όπλα!

 

Απρίλης 1989

Τα Ψαλίδια

Το νήμα της ζωής μου διαρκώς λιγοστεύει.
Βλέπω «τους άλλους»
με τα μεγάλα εκείνα ψαλίδια.
Μα γιατί τόσο μεγάλα;
Δε χρειάζονται τόσο μεγάλα ψαλίδια.
Αφού το νήμα της ζωής μου είναι λεπτό.

Και τα ψαλίδια κόβουν. Τα ψαλίδια κόβουν
και το νήμα ματώνει. Το αίμα
ακονίζει τα ψαλίδια. Το αίμα
λειαίνει επίσης τα δάχτυλα
για να γλυστρούν στα ψαλίδια
και να κόβουν, να κόβουν, να κόβουν.

Αν το νήμα της ζωής μου διαρκώς λιγοστεύει,
δεν ξέρω πότε άρχισε αυτό.
Ξέρουν όμως τα ψαλίδια.
Μα δε χρειάζονται τόσο μεγάλα ψαλίδια.
Αφού το νήμα της ζωής μου κόβεται
κ α ι   μ ε   τ η ν   α φ ή !

 

Ιούλης 1987

Τη Μοίρα Του Ήλιου Θα Την Πούμε Εμείς *

Της ύπαρξής μου τ' άνθος μαδώ μ' εγκαρτέρηση πολλή.
Τώρα αρχίζει το τέλος καθώς τέλειωσε η αρχή.
Εξόριστη μέσα στο ίδιο της το σώμα η ψυχή.
Κι ούτε που 'ναι σώμα. Κελί!

Πίνω απ' το ποτήρι που μου το γεμίζουν με χολή.
Ρουφώ τη νύχτα όπως το σκαμένο χώμα τη βροχή.
Ο θόρυβος των πουλιών, που μου ετοιμάζουν, αντηχεί,
την υπερκόσμια στολή.

Τ' ακούω, μ' απόγνωση μού κράζουν: «Σφίγγουν οι καρδιές μας
που πεθαίνεις δίχως να σου πρέπει. Γιατί όμως, πες μας.
Αφού εσύ είσ' αετός.

Ποια θέληση, ποια μοίρα έτσι παράλογα δικάζει;»
Είναι ο Ήλιος που τ' άνθος απ' τα χέρια μου αρπάζει
για να το μαδήσει αυτός!

 

Αύγουστος 1987

 

* Στίχος των Ποιητών Οδυσσέα Ελύτη και Ηλία Σιμόπουλου

Το Απόλυτο Μηδέν

I


Και ξαφνικά χάσαμε την αίσθηση του Χρόνου.
Ο Χρόνος δεν περνά μες απ' τα ρολόγια μας.
Αυτά δείχνουν το Μηδέν
(γιατί αυτό πρέπει να δείχνουν). Ο Χρόνος
φαίνεται μόνο καθώς περνά από πάνω μας.
Επιβαρύνει τώρα εμάς. Εμείς και το Μηδέν,
οι δυο όψεις στο νόμισμα του Χρόνου.
«Οι άλλοι» στρίβουν το νόμισμα. Εμείς
μπορούμε μόνο να ποντάρουμε.
Ποντάρουμε τη ζωή μας. Και χάνουμε.
Εμείς και το Μηδέν.
Εμείς, το Μηδέν!

II


Αν φυσήξει ο άνεμος, θα μας πάει πέρα.
Αν κάψει ο ήλιος, θα μας κάνει στάχτη.
Αν αγριέψει η θάλασσα, θα μας πνίξει
(σίγουρες εκβάσεις).
Ευάλωτοι είμαστε και αφηνόμαστε.
Δεν είμαστε τίποτα.

 

Κόρινθος, Μάης 1990 *

 

* Μάης του 1990, η εποχή της στρατιωτικής κατάταξης, στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού, στην Κόρινθο...

Το Θάνατο Απόψε...

Κάτι είναι μέσα μου κομμάτια,
κομμάτια που τα κομμάτια τους μετρώ.
Κι όλο θρηνούν και κλαίνε μου τα μάτια
το Θάνατο απόψε που φορώ.

Σα λύπες τώρα έρχοντ' οι χαρές. Μου λένε
για τη Ζωή που χάνεται με τον καιρό.
Κι όλο τα μάτια μου θρηνούν και κλαίνε
το Θάνατο απόψε που φορώ.

Κι αν τα γεγονότα μ' αγγίζουν, προσπερνούν.
Έχω σταματήσει πια να αντιδρώ.
Κι όλο τα μάτια μου κλαίνε και θρηνούν
το Θάνατο απόψε που φορώ.

 

Μάρτης 1987

Ως Ενδεχόμενο

Χλωμός, σκυφτός στο γραφείο, γράφω τη μοναξιά μου.
Μάτια μου, εσείς πότε επιτέλους θα χαρείτε;
Σαν κρεμασμένη στο στήθος η αθώα καρδιά μου
και αιωρείται!

Άνθρωποι πάλι μακριά σας, πάλι μοναχός μου.
Φθονώ το χαμόγελο που για πρόφαση έχετε.
Πέστε μου, μόνο, μήπως ήρθε το τέλος του κόσμου;
Ω, ενδέχεται!

 

Ιούλης 1986

J. B. Hutto

Η ατμόσφαιρα μεταβάλλεται ριζικά.
Τώρα τα πουλιά πετούν κάτω απ' τη γη.
Απ' τον ουρανό ψηλά πέφτουν χειροπέδες.
Ένας άγγελος απεσταλμένος
τις περνά στα χέρια (και στο μυαλό)
των ανυποψίαστων ανθρώπων.

Μια εσωστρέφεια με ύφος νικητή
εγκαθίσταται δίπλα μου
καθώς ένας νέγρος σπάει επιδέξια
την κιθάρα του πάνω στο κεφάλι μου!

 

Γραμμένο ακριβώς πριν 25 χρόνια ως απόρροια θαυμασμού για το μεγάλο αυτό Bluesman (ακούγοντας δικά του τραγούδια με ατέλειωτα εκπληκτικά σόλα στην κιθάρα)! Ήταν τότε πρόσφατος κι ο θάνατός του, 2 χρόνια πριν, το 1983...

John Lee Hooker

Όρθιος αιωρούμαι
σ' ενα χορευτικό σημειωτόν
γύρω απ' τον εαυτό μου.
Ένας ηλικιωμένος νέγρος
καθισμένος στο πικάπ,
μου υπαγορεύει
να το κάνω αυτό συνέχεια.
Είναι ο ρυθμός.
Είναι το boogie.
Είναι το ποίημα.

 

Μάης 1985

Muddy Waters

Σ' ένα ερημικό δρόμο
γεμάτο Λασπωμένα Νερά,
ένας νέγρος τρέχει μπροστά
παίζοντας κιθάρα.
Πίσω του ακολουθώ
τρέχοντας κι εγώ.

Δεν ξέρω που θα με πάει.
Δεν ξέρω και που μ' έχει πάει.

 

Μάης 1985

Σαν Επίλογος (Θέλω Να Φύγω)

I

Φτάνει πια. Όσα έζησα
- που ήταν σα να μην τα έζησα -
ας μείνουν ως εδώ. Κι όσους με περιέβαλαν
- που ήταν σα να μη με περιέβαλαν -
πρέπει να τους ξεχάσω.
Θέλω να φύγω τώρα πια.

Θέλω να φύγω αλλά όχι με οποιαδήποτε τρόπο
(μια απλή φυγή  δε θα σήμαινε τίποτα για μένα).
Θέλω να εκσφενδονιστώ σα σφαίρα,
να τρυπήσω τον άνεμο, να τον ταράξω.
Θέλω να ορμήσω σα χείμαρρος
και στο διάβα μου να τα παρασύρω όλα.
Θέλω να ξεπεταχτώ όπως το ζώο
που αρχίζει και τρέχει βιαστικά
μόλις νιώσει τον κίνδυνο.
Θέλω να ξεπεράσω τις ταπεινές
ανθρώπινες διαστάσεις και πραγματικότητες,
να γίνω όνειρο και να διαρκέσω.
Θέλω ν' απογειωθώ ψηλά,
να γύρω στην αγκαλιά ενός άστρου
και ν' αγγίξω το δάκρυ του.

Θέλω να φύγω κι όχι απλώς να φύγω,
αλλά να φεύγω, θέλω να φεύγω διαρκώς
κι αν κάπου σταματώ να 'ναι μόνο για λίγο
κι ύστερα πάλι να φεύγω
κι αυτό για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.


II

Έχω μια κουρασμένη καρδιά.
Καμιά ανταπόκριση προς τον κόσμο.
Ούτε ένα συμβιβασμό προς τα πράγματα,
μια συγκατάβαση, μια ανοχή.

Θέλω να φύγω τώρα πια.
Θέλω να φύγω κι όμως μένω πάντα εδώ
(τόσο ταπεινωτικά εδώ).
Μένω εδώ
κι απλώς λέω πως θέλω να φύγω...

 

Ιούλης 1994